ὑπνωτικά

ὑπνωτικά
ὑπνωτικός
inclined to sleep
neut nom/voc/acc pl
ὑπνωτικά̱ , ὑπνωτικός
inclined to sleep
fem nom/voc/acc dual
ὑπνωτικά̱ , ὑπνωτικός
inclined to sleep
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ὑπνωτικάς — ὑπνωτικά̱ς , ὑπνωτικός inclined to sleep fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηρεμιστικά — Ψυχοφάρμακα ή ψυχοτρόπα φάρμακα, δηλαδή φάρμακα που επηρεάζουν τις ψυχικές λειτουργίες και τη συμπεριφορά. Διακρίνoνται δύο κατηγορίες: τα μεγάλης δραστικότητας (φαινοθειαζίνες κλπ.) και τα απλά (βενζοδιαζεπάμη κλπ.). Τα πρώτα έχουν πολλές άλλες… …   Dictionary of Greek

  • βαρβιτουρικά — Συνθετικά παράγωγα της μηλονυλουρίας, με υπνωτικές ιδιότητες. Στον οργανισμό τα β. καταστέλλουν τις λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος και όταν χρησιμοποιούνται σε κατάλληλες δόσεις προκαλούν βαθύ και ήσυχο ύπνο. Μερικά από αυτά έχουν… …   Dictionary of Greek

  • καφές — Αρωματικό καρύκευμα που χρησιμοποιείται στην παρασκευή του πιο διαδεδομένου νευρικού διεγερτικού αφεψήματος. Προέρχεται από καβουρντισμένα και αλεσμένα σπέρματα του φυτού Cοffea arabica, τροπικού θάμνου της οικογένειας των ρουβιιδών… …   Dictionary of Greek

  • νεκροφάνεια — Η κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο φαίνεται ως νεκρό εξαιτίας αναστολής των εξωτερικών εκδηλώσεων της ζωής του. Η ν. εκδηλώνεται με διακοπή της κινητικότητας και αισθητικότητας του ατόμου, έλλειψη της συνείδησης, και σχεδόν πλήρη διακοπή της… …   Dictionary of Greek

  • υπναγωγός — ό, Ν (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα υπναγωγά (ενν. φάρμακα) υπνωτικά φάρμακα με ταχεία έναρξη και βραχεία διάρκεια δράσεως. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. hypnagogue < hypn(o) (< ὑπνος) + agogue (< αγωγός)] …   Dictionary of Greek

  • υπνωτικός — ή, ό / ὑπνωτικός, ή, όν, ΝΜΑ [ὑπνῶ, όω] 1. αυτός που φέρνει ύπνο, που προκαλεί νύστα («ψυκτικὰ τὰ πλεῑστα τῶν ὑπνωτικῶν φαρμάκων ἐστί», Πλούτ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το υπνωτικό(ν) ουσία που φέρνει ύπνο νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην… …   Dictionary of Greek

  • ύπνος — Φυσιολογικό φαινόμενο, που χαρακτηρίζει όλα τα ανώτερα ζώα και συνίσταται σε αυτόματη αναστολή των νευρικών και ψυχικών δραστηριοτήτων, που μας συνδέουν με τον εξωτερικό κόσμο. Στη διάρκεια του ύ. είναι ελαττωμένα ο μυϊκός τόνος, η αρτηριακή… …   Dictionary of Greek

  • αναλγητικά — Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη συμπτωματική αντιμετώπιση του άλγους, δηλαδή του πόνου. Τα α. είναι διαφόρων κατηγοριών. Τα ειδικά α. είναι φάρμακα που με τις ενέργειές τους είτε εμποδίζουν τις αλγογόνες ουσίες να ερεθίσουν τις νευρικές… …   Dictionary of Greek

  • καταπραϋντικά — (Ιατρ.). Κατηγορία φαρμάκων, τα οποία καταστέλλουν τη διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος. Τέτοια είναι τα βρωμιούχα, τα παράγωγα της βαλεριάνας και του χαμομηλιού, ορισμένα παράγωγα των τερπενών κ.ά. Καταπραϋντική δράση έχουν επίσης όλα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”